ἔναρχος

ἔναρχος, ον, ([etym.] ἀρχή)
A in office, in authority, App.BC1.14, Wilcken Chr.41 iii 10 (iii A. D.);

οἱ ἔ. ὄντες ἀεί GDI2520.12

(Delph.); συνέδρους ἀεὶ τοὺς ἐ. those who were in office at the time, CIG3046.13 ([place name] Teos);

ἔ. ἀρχιερεύς IGRom.1.1060.4

([place name] Alexandria);

ὑπομνηματογράφος OGI 715

(ibid.), etc.
2 under authority, Stob.2.7.3a.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έναρχος — ἔναρχος, ον (AM) μσν. αυτός που βρίσκεται στην αρχή, πρώτος, εναρκτικός, που σημειώνει την έναρξη αρχ. 1. αυτός που έχει εξουσία, αρχή, αξίωμα 2. αυτός που βρίσκεται κάτω από εξουσία, υπεξούσιος …   Dictionary of Greek

  • ἔναρχος — in office masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔναρχον — ἔναρχος in office masc/fem acc sg ἔναρχος in office neut nom/voc/acc sg ἐνάρχομαι begin the offering imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐνάρχομαι begin the offering imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνάρχου — ἔναρχος in office masc/fem/neut gen sg ἐνά̱ρχου , ἐνάρχομαι begin the offering imperf ind mp 2nd sg (attic epic doric aeolic) ἐνάρχομαι begin the offering pres imperat mp 2nd sg (attic epic doric) ἐνάρχομαι begin the offering imperf ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.